Η Σύμη στον προπερασμένο αιώνα (Also in English)

Η γυναικεία παραδοσιακή ενδυμασία της Σύμης έγινε πιο φανταχτερή με υφάσματα, διακοσμήσεις και κοσμήματα από το εξωτερικό. Simi’s women traditional costume became more flamboyant with fabrics, decorations and jewelry from abroad.

Ο σημερινός επισκέπτης, για δει τη Σύμη του προπερασμένου αιώνα, πρέπει να πάει 150 χρόνια πίσω. Αυτή την εποχή, η οικονομία της Σύμης ως άγονο νησί αλλά με αρκετά λιμάνια έστρεψε τον ενδιαφέρον στην θάλασσα και εκμεταλλεύτηκε τις οικονομικές δυνατότητες που της πρόσφερε η σπογγαλιεία, η ναυτιλία και το εμπόριο.

Σπογγαλιεία

Η Σύμη διέθετε 344 σπογγαλιευτικά, 22 Ντεπόζιτα 30-50 τόνων για την μεταφορά τροφών και εφοδίων και 10 τρεχαντήρια για την μεταφορά μικρών πλοιαρίων. Η σπογγαλιεία απασχολούσε σπογγεμπόρους, καπεταναίους, ξεκινητάδες, δύτες, βουτηχτάδες, κουπά(δ)ες, μοτορίστες, τριχαντηνιέρηδες, μαρκουτσέρηδες, ντεποζιτάδες και τροφοδότες.

Τα σπογγαλιευτικά με τα ντεπόζιτα ξεκινούσαν μετά το Πάσχα και επέστρεφαν τον Νοέμβριο. Αλίευαν σφουγγάρια σ’ όλη την ανατολική Μεσόγειο, στα παράλια της Μικράς Ασίας, Συρίας, Λιβάνου και Παλαιστίνης, Αιγύπτου, Κυρηναϊκής, Λιβύης και Τυνησίας, στην Κύπρο και Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου. Η διάθεση των σφουγγαριών γινόταν μέσω Συμιακών σπογγεμπόρων στην Τεργέστη, Οδησσό, Μασσαλία, Λονδίνο και Ερμούπολη. Η σπογγαλιεία απόφερε 36 εκατομμύρια σημερινά δολάρια.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα οι Συμιακοί άρχισαν να κατεβαίνουν από το Χωριό στον Γιαλό. From the beginning of the 19th century, the Symians began to descend from Horio to Gialos.

Με την επιστροφή, ξεφόρτωναν και τραβούσαν τα πλοία στην στεριά να τα «ρεμετζαρίσουν», καλαφατίσουν και «παλαμίσουν». Οι σπογγέμποροι αγόραζαν τα σφουγγάρια και τα προωθούσαν στις αγορές. Οι καπεταναίοι πλήρωναν τα πληρώματα και ξεπλήρωναν τους «ξεκινητάδες» και οργανώνονταν για την νέα σπογγαλιευτική περίοδο, να κλείσουν καλά πληρώματα και τα πληρώματα να βρουν καλό καπετάνιο. Η αμοιβή προκαθοριζόταν για τον καθένα ανάλογα με το είδος της εργασίας και την απόδοση του.

Επειδή τα ταξίδια κρατούσαν αρκετούς μήνες, οι καπεταναίοι φρόντιζαν για την τροφοδοσία των πληρωμάτων, φορτώνοντας στα «ντεπόζιτα» φρυγμένο ψωμί, καβουρδισμένο κρέας, όσπρια, ρύζι, μακαρόνια, λάδι και κρεμμύδια. Νερό, σταφύλια, καρπούζια και άλλα φρούτα και λαχανικά προμηθεύονταν από τον τόπο του προορισμού. Η διατροφή τους συμπληρωνόταν με ψάρια που ψάρευαν και τα πουλούσαν ή τα αντάλλαζαν -με είδος- με τους ντόπιους. Γύρω στο Δεκαπενταύγουστο ερχόταν το «πακέτο» με γράμματα και παραδοσιακά τρόφιμα.

Αμέσως μετά την Λαμπρή και το αγιασμό ξεκινούσαν τα σφουγγαράδικα και έβαζαν πορεία, τα περισσότερα για την Βόρεια Αφρική. Πήγαιναν στην Κρήτη και με τον πρώτο ευνοϊκό καιρό περνούσαν το Λιβυκό πέλαγος. Έπιαναν στεριά στην

Ο Γιαλός όλο και αναπτύσσεται. Gialos is constantly developing.

Το μεροκάματο καθημερινές και Κυριακές, εκτός των Αγίων Αποστόλων, του Άη Παντελέμωνα, της Παναγίας και του Σταυρού, διαρκούσε από το ξημέρωμα μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Τα σφουγγάρια που έπιαναν τα ’φερναν στο «ντεπόζιτο» να καθαριστούν, ασπριστούν, απλωθούν στον ήλιο, διαλεχθούν κατά είδος, ποιότητα και σχήμα και τσουβαλιαστούν.

Κόντευε να τελέψει ο Οκτώβριος, τα σφουγγάρια που έπιαναν την τελευταία μέρα ήταν για την «βουτιά του Πανορμίτη» του πολιούχου του νησιού. Την επομένη ξεκινούσαν για την Κρήτη κι αν ο καιρός ήταν καλός, τραβούσαν χωρίς σταματημό για τη Σύμη.

Τα καΐκιαααα…! Έρχονται τα καΐκιαααα…! Ξεφώνιζαν από τα πάνω σπίτια του χωριού. Το χαρούμενο μήνυμα το ’παιρναν και το διαλαλούσαν οι καμπάνες των εκκλησιών. Απ’ όλες τις ενορίες, άρχιζαν να κατεβαίνουν στο λιμάνι και μέχρι να φθάσουν τα σφουγγαράδικα «μαύριζε» η προκυμαία από τον κόσμο.

Ένα γύρω από το Ρολόι συγκεντρώνονται τα εμπορικά καταστήματα και τα καλλιμάρμαρα των πιο πλουσίων Συμιακών. The Commercial stores and the marble houses of the richest Symians concentrated around “Roloi” (Clock).

Άνοιγαν οι αγκαλιές, φιλιά και δάκρυα ανακούφισης και χαράς. Οι σφουγγαράδες έκαναν να περπατήσουν και έχαναν το βηματισμό τους. Νόμιζαν πως ήταν ακόμη στο καΐκι και σκαμπανέβαζαν. Έβγαλαν και τον σακατεμένο δύτη. Φόρτωσαν τα πράγματα του στο καρότσι, φόρτωσαν κι αυτόν από πάνω και τον πήραν οι δικοί του. Ο καπετάνιος έστειλε πεσκέσι και στη φαμελιά του «σκασμένου» μηχανικού το μπαούλο του με τα προσωπικά του είδη.

Ναυτιλία

Οι Συμιακοί ναυπηγούσαν καΐκια όλων των κατηγοριών: γιάλλες, σκάφες, μπρατσέρες, τρεχαντήρια, γουλέττες, σκούνες, βρίκια, μπάρκα στους ταρσανάδες στον Γιαλό και στο Χαράνι με ξυλεία που ’φερναν από την Μικρά Ασία. Τα Συμιακά καΐκια ανέρχονταν σε εκατοντάδες και ταξίδευαν στην Μεσόγειο και στον Εύξεινο Πόντο. Εξυπηρετούσαν τις μεταφορές μεταξύ Αλεξάνδρειας, Σμύρνης, Κωνσταντινούπολης και Οδησσό και ενδιάμεσα σταματούσαν στην Χάιφα, Βηρυτό, Αμμόχωστο, Αλεξανδρέττα και Αττάλεια, πήγαιναν στην Βενετία και Μασσαλία και έφταναν στον Γιβραλτάρ.

Εμπόριο

Η αλματώδης ανάπτυξη του εμπορίου στη Σύμη άρχισε όταν ο σουλτάνος κατάργησε το προνόμιο που είχαν οι εγκαταστημένοι στην οθωμανική επικράτεια Λατίνοι έμποροι, απαλλαγής τελωνειακών τελών. Το εμπόριο της Σύμης είχε δυο σκέλη: εσωτερικό και εξωτερικό. Το εσωτερικό εμπόριο είχε ικανό βαθμό καταμερισμού, υπήρχαν κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, οπωροπωλεία, υφασματοπωλεία και βιβλιοπωλεία.

Από τον Γιαλό ανεβαίνοντας τον Καταρράκτη φθάνεις στο χωριό, όπου έμεναν οι περισσότεροι Συμιακοί. From Gialos, climbing «Kataraktis», you can reach Horio where most Symians.

Το εξωτερικό εμπόριο αφορούσε την εξαγωγή σπόγγων. Το εισαγωγικό εμπόριο, εκτός από τις τοπικές, κάλυπτε και τις ανάγκες των άλλων νησιών και των Μικρασιατικών παραλίων. Μεταξύ Σμύρνης και Αττάλειας, η Σύμη ήταν το μεγαλύτερο αστικό και εμπορικό κέντρο. Αρκετοί Συμιακοί είχαν εμπορικά στην Κωνσταντινούπολη, Οδησσό, Σμύρνη, Αττάλεια και Αλεξάνδρεια.

“Παράλληλα” λειτουργούσε το λαθρεμπόριο καπνού και όπλων. Οι λαθρέμποροι έφερναν καπνά από την Ελλάδα και τα διέθεταν στα νησιά και στα Μικρασιατικά παράλια. Μεγαλύτερες διαστάσεις είχε το λαθρεμπόριο όπλων στην Κρήτη (κατά την διάρκεια Κρητικών επαναστάσεων) και στην Βόρειο Αφρική.

Αλιεία

Οι Συμιακοί αλίευαν όλων των ειδών ψάρια για καθημερινή κατανάλωση, για πάστωμα αλίευαν μαρίδα και μένουλα στα νησιά και κεφάλους στα Μικρασιατικά παράλια. Επί πλέον για ποικιλία εισήγαγαν ρέγκες και παστούς μπακαλιάρους και σαρδέλες. 

Το Νιμπορειό. Niborio.

Βιοτεχνία

Στη Σύμη λειτουργούσαν βιοτεχνίες προς υποβοήθηση της ναυτιλίας και των άλλων παραγωγικών κλάδων της οικονομίας. Το σιδηρουργείο του Αντωνιάδη, εκτός της εξυπηρέτησης αναγκών των ναυτικών, κατασκεύαζε καμπάνες και άλλα μεταλλικά εργαλεία. Επίσης υπήρχαν αρτοποιεία, ραφεία, υποδηματοποιεία, χρυσοχοΐα, ξυλουργεία, επιπλοποιεία, σιδηρουργεία, βυρσοδεψεία και ασβεστοκάμινα.

Γεωργία

Επειδή η Σύμη ήταν άγονο νησί, αρκετοί Συμιακοί αγόρασαν μεγάλες γεωργικές εκτάσεις απέναντι στη Τάτσα (Σταδιά) της Μικράς Ασίας που καλλιεργούσαν οι ίδιοι. Άλλοι μετακόμισαν στη χερσόνησο Αλεπώ και δημιούργησαν το χωριό Καράμακα και τον οικισμό Σαράντα στην Τραχεία. Δέκα τούρκικα νησάκια Πατελίνα, Αγία Βαρβάρα, Καμάρι, Λουμπουνιά, το Μακρονήσι της Χασκάς, Καλογέρου, Αυλάκια, Κολιαλονήσι, Ελέσας και τα Ψαρά του κυρ Βασίλη ανήκαν και καλλιεργούνταν από Συμιακούς. Για τις επιπλέον ανάγκες εισήγαν γεωργικά προϊόντα από την Μικρά Ασία, Ρωσία και άλλες χώρες. Από την Μικρά Ασία προμηθεύονταν κτηνοτροφικά και δασικά προϊόντα.

Δημογραφία

Ο πληθυσμός της Σύμης ανερχόταν στις 20.000 συγκεντρωμένος στο κεντρικό λιμάνι. Η πόλη άρχιζε από τον “Γιαλό” και ανέβαινε αμφιθεατρικά στο “Χωριό” όπου έμεναν οι περισσότεροι. Δυο δρόμοι, με λιθόκτιστα σκαλοπάτια, η “Καλή” και ο “Καταρράκτης”, οδηγούσαν από τον “Γιαλό” στο “Χωριό”. Η “Καλή” ήταν πιο φαρδιά με πλατιά σκαλοπάτια, ενώ ο “Καταρράκτης” ήταν πιο στενός και ανηφορικός. Στον “Γιαλό”, βρίσκονταν τα εμπορικά καταστήματα, ο ταρσανάς και τα αρχοντικά σπογγεμπόρων και καραβοκύρηδων. Η πόλη ήταν χωρισμένη σε δεκατρείς συνοικίες, γύρω από τις κεντρικές εκκλησίες. Μικρό μέρος του πληθυσμού έμενε, μόνιμα ή εποχικά, στο Πέδι, στον Πανορμίτη, στο Νιμπορειό, στη Μαραθούντα, στη Νύμο, στα Σεσκλιά και στα Μικρασιατικά παράλια και νησάκια.

Το Καμάρι με την εκκλησία την Παναγία την Καμαριανή ήταν ένα από τα δέκα Τουρκικά νησάκια που ανήκαν σε Συμιακούς. Kamari with the church of Panagia Kamariani was one of the ten Turkish islets that belonged to Symians.

Διοίκηση

Διοικητικά, η Σύμη αποτελούσε ξεχωριστό καζά στον οποίο υπαγόταν ο ναχιέ της Τήλου, και ανήκε στο σαντζάκι της Ρόδου που υπαγόταν στο Βιλαέτι του Αρχιπελάγους. Η Τουρκική κυριαρχία αντιπροσωπευόταν από τον Μουδίρη που υπαγόταν στον Μουτεσσαρίφη της Ρόδου. Ο Μουδίρης γνώριζε ελληνικά και πολλές φορές δεν ήταν Τούρκος, με κυρία αποστολή την είσπραξη και προώθηση των φόρων στον προορισμό τους. Φρόντιζε να διατηρεί φιλικές σχέσεις και συνεργαζόταν με τους δημάρχους. Την αστυνόμευση είχε ο αστυνόμος με ελληνομαθείς ζαπτιέδες, κυρίως Τουρκοκρητικούς. Υπήρχε τελωνείο και μονοπώλια άλατος και καπνού υπό την διεύθυνση ντόπιων.

Δημοτικοί άρχοντες

Την διοίκηση ασκούσαν οι Δήμαρχοι με τους συμβούλους. Οι εκλογές γινόταν κάθε χρόνο τον Ιανουάριο, που βρίσκονταν στο νησί οι Συμιακοί που δούλευαν στα σφουγγάρια, με καθολική ψηφοφορία των ανδρών, που ήταν και φορολογούμενοι. Ψήφιζαν και όσοι γέροι δεν κατέβαλλαν φόρους λόγου απορίας, ενώ οι γυναίκες, ακόμα και οι χήρες που πλήρωναν φόρους, δεν είχαν δικαίωμα ψήφου.  

Η Δημογεροντία της Σύμη αποτελείτο από τους δύο Δημάρχους (κατά σειρά εκλογής), 12 σύμβουλους (κατά σειρά εκλογής) που με τους επόμενους 24 αποτελούσαν το “Γενικό Συμβούλιο”. Ο πρώτος Δήμαρχος αναλάμβανε την διοίκησης του Δήμου και  προέδρευε του “Γενικού Συμβούλιου”. Για θέματα που αφορούσαν στη Μονή του Πανορμίτη προέδρευε ο αρχιερατικός επίτροπος. Ο Δεύτερος είχε την διαχείριση των οικονομικών υπό την εποπτεία του Πρώτου. Οι δυο πρώτοι σύμβουλοι με τον δεύτερο Δήμαρχο κρατούσαν από το ένα τρίτο της “Μεγάλης Σφραγίδας” που με αυτήν σφράγιζαν μεγάλης σημασίας αποφάσεις και έγγραφα. Υπήρχαν και τέσσερις Ελεγκτές οικονομικών που εκλέγονταν από το ΔΣ.

Επέστρεψε ο κουτσός μηχανικό από τον «κτύπο της μηχανή». The lame diver from the “divers dress knock” also returns.

Η εκλογή των Δημάρχων γινόταν την τελευταία Κυριακή του Ιανουαρίου, μετά την “απόλυση” της εκκλησίας, ο κάθε ψηφοφόρος μπορούσε να ψηφίσει μέχρι δυό. Η εκλογή των Συμβούλων γινόταν ένα δυο Κυριακές αργότερα, με καθολική ψηφοφορία και αργότερα δι’ εκλεκτόρων. Ο αριθμός των εκλεκτόρων εξαρτάτο από τον αριθμό των ενοριτών της κάθε ενορίας:  Αγίου Ιωάννου (17), Αγίου Αθανασίου (12), Αγίας Τριάδος (10), Χαριτωμένης (8), Αγίου Γεωργίου (5), Αγίου Ελευθερίου (5), Παναγίας (5), Τιμίου Σταυρού (5), Αγίου Δημητρίου (4), Αγίου Νικολάου (4), Ευαγγελισμού (2), Παντελεήμονος (2), Ελεημονήτριας (1).

Στις αρμοδιότητες των Δημοτικών αρχών συμπεριλαμβανόταν η παιδεία, η δημόσια υγεία και η απονομή δικαιοσύνης. Επίσης, διαχειρίζονταν την κοινοτική περιουσία καθόριζαν το ύψος των φόρων και διόριζαν κλητήρες, αγροφύλακες, νυχτοφύλακες, οδοκαθαριστές και όλους τους υπαλλήλους.

Δικαστήρια

Ο Δήμαρχος εκτελούσε καθήκοντα ειρηνοδίκη για αστικές υποθέσεις ως διαιτητής, και όσες υποθέσεις δεν έφερνε εις πέρας “εν ειρήνη”, τις έστελνε στο Εμποροδικείο που εκλεγόταν από το ΔΣ. Αν οι διάδικοι δεν συμφωνούσαν, η υπόθεση πήγαινε στο 36μελές “Γενικό Συμβούλιο”, του οποίου η απόφαση ήταν τελεσίδική. Επίσης λειτουργούσαν και τα πνευματικά δικαστήρια υπό τον αρχιερατικό επίτροπο και την Μητρόπολη Ρόδου.

Οι αγοραστές εκτιμούν τα σφουγγάρια και προσφέρουν τις τιμές τους. Merchants review, evaluate and offer prices.

Εκκλησία

Η Σύμη ανήκε στην Μητρόπολη Ρόδου που διόριζε τον αρχιερατικό επίτροπο. Στη Σύμη βρισκόταν η Μονή του Πανορμίτη, με αξιόλογη περιουσία και αρκετά έσοδα, που διαχειριζόταν ο Ηγούμενος με την Εφορεία (τα περισσότερα μέλη εκλέγονταν με λαϊκή ψήφο) και τα διέθεταν υπέρ των σχολείων και για άλλους κοινωφελείς σκοπούς. Το σπουδαιότερο εισόδημα της Μονής προερχόταν από την «βουτιά του Πανορμίτη». Εκτός του Πανορμίτη στην Σύμη βρισκόταν η Μονή του “Μιχαήλη του Ρακουνιώτη”, 300 εξωκλήσια και μέσα στην πόλη 13 ενοριακοί ναοί.  

Σχολεία

Λόγω της ευμάρειας που προήλθε από την σπογγαλιεία, ναυτιλία και εμπόριο, το πνευματικό επίπεδο της Σύμης ήταν υψηλό, όλα σχεδόν τα σχολικά κτίρια προήλθαν από δωρεές εύπορων Συμιακών. Το 1765 ιδρύθηκε η πανελλήνιας φήμης Σχολής της Αγίας Μαρίνας. Ο αναλφαβητισμός ήταν περιορισμένος και μεταξύ των γυναικών, επειδή λειτουργούσαν παρθεναγωγεία. Στην Σύμης φοιτούσαν μαθητές και από τα γειτονικά νησιά.

Οι Συμιακοί που ήθελαν να συνεχίσουν πήγαιναν στη Σμύρνη και για πανεπιστημιακές σπουδές στην Αθήνα και Ευρώπη. Το 1808 ο Γεώργιος Μαραβέλης και το 1820 ο Κωνσταντίνος Κλαδάκης πήραν πτυχίο ιατρού από το Πανεπιστήμιο της Πίζας. Ο Αντώνης Οικονόμου υπήρξε καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα ναυπηγεία στον Γιαλό. The shipyards in Gialos.

Πολιτισμός

Η πολιτισμική εξέλιξη της Σύμης επηρεάστηκε από την οικονομική της ανάπτυξη και την γεωγραφική της θέση κοντά στις Μικρασιατικές ακτές και στο σταυροδρόμι των θαλάσσιων συγκοινωνιών μεταξύ των πολιτιστικών κέντρων της Ανατολικής Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου, και από την επικοινωνία των Συμιακών με την Δυτική Ευρώπη για εμπορικούς λόγους και ανώτερες σπουδές.

Το 1872 ιδρύθηκε το αναγνωστήριο “Αίγλη” που τον πρώτο χρόνο τα μέλη του έφτασαν τα 101 και δημιουργήθηκε βιβλιοθήκη 425 τόμων. Αργότερα προστέθηκαν χιλιάδες βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, χειρόγραφα και αρχαιολογικά ευρήματα και συλλογή Ελληνικών, Ρωμαϊκών, Βυζαντινών και άλλων νομισμάτων. Επίσης διδάσκονταν ανθρωπολογία, ιστορία, εκκλησιαστικά και άλλα μαθήματα και ιδρύθηκε ο θεατρικός όμιλος “Σοφοκλής”. Το 1905 ιδρύθηκε στο Χωριό ο “Νηρεύς” με σκοπούς όμοιους της “Αίγλης”.

Η οικονομική ακμή εκφράστηκε και στη στεγαστική αισθητική. Όλες σχεδόν οι οικογένειες είχαν ιδιόκτητο σπίτι. Οι εύποροι Συμιακοί είχαν καλλιμάρμαρα, άνετα σπίτια στο “Ρολόι”, ένα γύρω στον “Γιαλό” και στη “Καλή”. Η κοινωνική άνοδος ήταν δυνατή με την μεταπήδηση από τη μια επαγγελματική δραστηριότητα στην άλλη και δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ ντόπιων και “ξένων”. Στη Σύμη επικρατούσε η ανδροκρατία, επειδή οι Συμιακοί ασχολούνταν με την σπογγαλιεία, ναυτιλία και εμπόριο, η οικονομική δύναμη βρισκόταν στα χέρια των ανδρών.

Μεγάλη υπήρξε η επίδραση των πολιτισμικών κέντρων με τα οποία βρίσκονταν σε επαφή οι Συμιακοί. Τη θέση της λύρας και της τσαμπούνας πήραν το σαντούρι και το βιολί. Οι παραδοσιακοί χοροί και τραγούδια επηρεάστηκαν από τον Μικρασιατικό Ελληνισμό. Οι ενδυμασίες ανδρών και γυναικών προσαρμόστηκαν στα γούστα της εποχής. Ακόμα και οι παραδοσιακές ενδυμασίες έγιναν πιο φανταχτερές με υφάσματα, διακοσμήσεις και κοσμήματα που ήλθαν από τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Βενετία.

Συμιακά με άλλα καΐκια στην Αλεξάνδρεια. Simian with other boats in Alexandria.

Φορολογία

Στην Τουρκική Κυβέρνηση, εκτός του «μακτού», της στρατιωτικής επιχορήγησης, και του μονοπωλίου καπνού, οι Συμιακοί πλήρωναν και την “Δεκάτη”, 32 οθωμανικές λίρες για κάθε σπογγαλιευτικό με μηχανή και 10 για τα σπογγαλιευτικά των άλλων τύπων για άδεια σπογγαλιείας στις τουρκικές ακτές. Ο Δήμος φορολογούσε τους εξαγόμενους σπόγγους, από 1% επί της αξίας τους πλήρωναν αγοραστής και πωλητής. Για την παροχή δωρεάς παιδείας, ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψη, ο Δήμος επέβαλλε φόρο από 1-2% επί των εισαγομένων προϊόντων. Απ’ αυτό τον φόρο απαλλασσόταν η ναυπηγική ξυλεία και τα γεωργικά προϊόντα από τη Μικρά Ασία. Από τις πωλήσεις πλοίων εισπράττετο φόρος 0,5% και από τις άλλες αγοροπωλησίες 0,2% επί της αξίας των.

Περίθαλψη

Από το 1863 Δήμος ανέλαβε δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε όλους τους κατοίκους του νησιού. Κάθε χρόνο ο Δήμος προσλάμβανε δυο γιατρούς με προϋπηρεσία τουλάχιστον πέντε ετών, δούλευαν μόνο για τον Δήμο και βρισκόντουσαν σε υπηρεσία όλο το 24ώρο. Ο ένας γιατρός έπρεπε να έχει κλινική, χειρουργική και μαιευτική πείρα και ο δεύτερος στην οφθαλμολογία. Το Δημοτικό φαρμακείο ήταν εφοδιασμένο με φάρμακα που παρασκευάζονταν επί τόπου από τον Δημοτικό φαρμακοποιό και τον βοηθό του, από ζωικές, φυτικές και ορυκτές φαρμακευτικές ουσίες που έφερναν από τη Σμύρνη.

Ο ετήσιος μισθός του ιατρού ήταν 200 χρυσές λίρες και του φαρμακοποιού 75, και 20 για το βοηθό του. Τα έξοδα για την αγορά των φαρμακευτικών ουσιών ανέρχονταν στις 500 χρυσές λίρες. Συνολικά τα ετήσια έξοδα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ανέρχονταν σε 1.000 χρυσές λίρες. Τα έξοδα καλύπτονταν από τον εισαγωγικό φόρο και από την “Καταβολή” που πλήρωναν οι εύποροι. Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη προσφερόταν δωρεάν σε όλους, οι ξένοι που έμεναν στο νησί πλήρωναν την “Καταβολή” και τα φάρμακα.

Δημοσιονομία

Επειδή τα έσοδα των Συμιακών προέρχονταν από την σπογγαλιεία, την ναυτιλία, το εμπόριο και την βιοτεχνία, το κατά κεφαλή εισόδημα ήταν ανώτερο άλλων νησιών. Η Σύμη, εκτός της σπογγαλιείας (πρωτογενής τομέας), διέθετε βιοτεχνία (δευτερογενής τομέας), ναυτιλία και εμπόριο (τριτογενής τομέας), με αποτέλεσμα να γίνεται ανακύκλωση των χρημάτων και να αυξάνονται τα εισοδήματα. Στη Σύμη υπήρχε μεγάλη διαφορά στην κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των ξεκινητάδων, καραβοκύρηδων, σπογγεμπόρων, εμπόρων γενικά, έναντι των άλλων οικονομικών τάξεων.

Συναλλαγές

Στη Σύμη οι συναλλαγές γίνονταν με βάση την τουρκική χρυσή λίρα, που υποδιαιρείτο σε 5 μετζίτια, το μετζίτι σε 20 γρόσια και το γρόσι σε 40 παράδες. Λόγω του εμπορίου των σπόγγων στην Σύμη κυκλοφορούσαν και άλλα νομίσματα που η ισοτιμία τους καθορίζονταν βάση της περιεκτικότητας τους σε χρυσό ή ασήμι και σε συσχετισμό με την Αγγλική λίρα. Στον «Κατάλογο Ισοτιμίας» του 1879 αναφέρονται 34 νομίσματα από Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία, Ρωσία, Ινδία και άλλες χώρες.


Symi two centuries ago

By Manolis Cassotis

To see Symi of two centuries ago, today’s visitor must go 150 years back. At that time, the economy of Symi, as a barren island but with several ports, turned its attention to the sea and took advantage of the economic opportunities offered by sponge fishing, shipping and trade.

Για τις μεταφορές στο λιμάνι της Σμύρνης, εκτός από μουλάρια χρησιμοποιούσαν καμήλες. For land transport in the port of Smyrna, in addition to mules, camels were used.

Sponge fishing

Symi had 344 sponge fishing boats, 22 of 30-50 tons supply ships for transporting food and supplies and 10 “trechantria” for transporting small boats. Sponge fishing employed sponge traders, captains, financiers, boat owners, suppliers, boatmen, divers, “motoristans” and “markoutseris”,

The sponge fishing boats with the supply ships set off after Easter and returned in November. They fished sponges throughout the eastern Mediterranean, on the coasts of Asia Minor, Syria, Lebanon, Palestine, Egypt, Cyrenaica, Libya and Tunisia, in Cyprus and Crete and on the islands of the Aegean and Ionian Seas. The sponges were sold by Symian sponge traders in Trieste, Odessa, Marseilles, London and Hermopolis. The sponge fishing brought to Symi 36 million in today’s dollars.

Upon their return, they unloaded and pulled the ships ashore to be repaired. The sponge merchants bought the sponges and promoted them to the markets. The captains paid the crews and paid off their financiers and organized for the next sponge fishing season, to hire good crews and for the crews to find a good captain. The remuneration was predetermined for each person depending on the type of work and their performance.

Σιδερένια χρηματοκιβώτια χρησιμοποιούσαν οι έμποροι για να φυλάγουν τα χρήματα τους. Iron safes used the merchants to store their money.

Because the trips lasted several months, the captains took care of the crew’s supplies, loading the supply boats with toasted bread, roasted meat, legumes, rice, pasta, oil and onions. Water, grapes, watermelons and other fruits and vegetables were supplied from the place of destination. Their diet was supplemented with fish that they caught and sold or exchanged – in kind – with the locals. Around August 15, the “package ship” with letters and traditional foods arrived.

Immediately after Easter and the blessing, the sponge boats would set off, and most of them would go for North Africa. They would go to Crete and with the first favorable weather they would cross the Libyan Sea. They would make landfall in Cyrenaica and from there, some would go east and others west.

The daily work weekdays and Sundays, except for the Holy Apostles, Saint Panteleimon, the Virgin Mary and the Cross, lasted from dawn to sunset. The sponges they caught were brought to the supply ship to be cleaned, bleached, spread out in the sun, selected by type, quality and shape and bagged.

Για τους πιο πλούσιους εισήγαν και πουλούσαν χρυσά ρολόγια. For the wealthier ones, they imported and sold gold watches.

October was almost over, the sponges they caught on the last day were for the “dive of Panormitis,” the island’s patron saint. The next day they set off for Crete and, if the weather was good, they would sail non-stop to Symi.

The boats…! The boats are coming…! They were shouting from the upper houses of the village. The church bells received the joyful message and proclaimed it. From all the parishes, they began to descend to the harbor and by the time the sponge boats arrived, the waterfront was “blackened” with people.

Hugs, kisses and tears of relief and joy were flowing. The sponge divers pretended to walk and lost their balance. They thought they were still on the boat and were jumping around. They also took out the crippled diver. They loaded his things on the cart, loaded him on top too and his family took him. The captain sent his trunk to the drowned diver’s family with his personal belongings.

Γαλλικής προέλευσης ήταν τα λογιστικά βιβλία που χρησιμοποιούσαν οι Συμιακοί έμποροι. French were the accounting books used by Symian merchants.

Shipping

The Symian built boats of all types: galleys, “skafes”, “bratseres”, “trechantria”, gulets, schooners, brigs, barques in the shipyards in Gialos and Harani with timber brought from Asia Minor. The Symian boats numbered in the hundreds and traveled the Mediterranean and the Black Sea. They served the transport between Alexandria, Smyrna, Constantinople and Odessa and in between they stopped in Haifa, Beirut, Famagusta, Alexandretta and Antalya, they went to Venice and Marseilles and reached Gibraltar.

Trade

The rapid development of trade in Symi began when the sultan abolished the privilege that Latin merchants established in the Ottoman territory, who had exemption from customs duties. The trade of Symi had two branches: internal and external. The internal trade had a sufficient degree of division, there were butchers, fish shops, fruit shops, cloth shops and bookstores.

Foreign trade involved the export of sponges. Import trade, in addition to local, also covered the needs of the other islands and the Asia Minor coast. Between Smyrna and Antalya, Symi was the largest urban and commercial center. Several Symian had commercial business in Constantinople, Odessa, Smyrna, Antalya and Alexandria.

Σελίδα λογιστικού βιβλίου των πιο σημαντικών πελατών. Accounting book page of the most important customers.

“In parallel” was the smuggling of tobacco and weapons. Smugglers brought tobacco from Greece and distributed it on the islands and the Asia Minor coast. Weapons smuggling was on a larger scale in Crete (during the Cretan revolutions) and in North Africa.

Fishing

The Symians fished all kinds of fish for daily consumption, for salting they caught bream and “menula” on the islands and mullet on the Asia Minor coast. In addition, for variety they imported herring and salted cod and sardines.

Industry

In Symi, there were industries that supported shipping and other productive sectors of the economy. Antoniadis blacksmith shop, in addition to serving the needs of shippers, manufactured bells and other metal tools. There were also bakeries, tailors, shoemakers, goldsmiths, carpentry, furniture makers, blacksmiths, tanneries and lime kilns.

Σελίδα λογιστικού βιβλίου μικροπελατών. Retail customer ledger page.

Agriculture

Because Symi was a barren island, several Symians bought large agricultural lands in Tatsa (Stadia) in Asia Minor, which cultivated themselves. Others moved to the Aleppo peninsula and created the village of Karamaka and the settlement of Saranda in Trachea. Ten Turkish islets, Patelina, Saint Varvara, Kamari, Lumpunia, Makronisi of Haska, Kalogerou, Avlakia, Kolialonisi, Elesas and Psara of Mr. Vasilis, were owned and cultivated by Symians. For additional needs, they imported agricultural products from Asia Minor, Russia and other countries. Livestock and forest products were supplied from Asia Minor.

Demography

The population of Symi was 20,000, concentrated in the central port. The city began at “Gialos” and ascended amphitheatrically to “Horio” where most people lived. Two streets, with stone steps, “Kali” and “Katarraktis”, led from “Gialos” to “Horio”. “Kali” was wider with wide steps, while “Katarraktis” was narrower and steeper. In “Gialos”, were located the commercial shops, the shipyard and the mansions of sponge merchants and ship owners. The city was divided into thirteen districts, around the central churches. A small part of the population lived, permanently or seasonally, in Pedi, Panormitis, Nimborio, Marathounta, Nymos, Sesklia and in the Asia Minor coast and islands.

Administration

Administratively, Symi was a separate kaza to which belonged the “nahie” of Tilos, and it belonged to the sanjak of Rhodes which was subordinate to the Vilayet of the Archipelago. The Turkish rule was represented by the Mudiris who was subordinate to the Mutessarifis of Rhodes. The Mudiris knew Greek and was often not Turkish, with the main mission of collecting and forwarding taxes to their destination. He took care of maintaining friendly relations and cooperated with the mayors. The police were under the control of the constable with Greek-speaking grenadiers, mainly Turkish-Cretans. There was a customs office and salt and tobacco monopolies under local management.

Αγγλική χρυσή λίρα, αργυρό σελίνι και τρείς πένες. English golden pounds, silver shilling and three pence.

Municipal authorities

The administration was exercised by the Mayors with the councilors. The elections were held every year in January, when the Symians who worked in the sponges were on the island, with universal suffrage of men, who were also taxpayers. The old people who did not pay taxes also voted, while women, even widows who paid taxes, did not have the right to vote.

The Local administration consisted of the two Mayors (in order of election), 12 councilors (in order of election) who, with the next 24, formed the “General Council”. The first Mayor assumed the administration of the Municipality and presided over the “General Council”. For matters concerning the Monastery of Panormitis, the archiepiscopal commissioner presided. The Second Mayor oversaw the finances under the supervision of the First Mayor. The first two councilors and the second Mayor each held one third of the “Great Seal” with which they sealed important decisions and documents. There were also four Financial Auditors who were elected by the Board.

The election of Mayors took place on the last Sunday of January, after the church liturgy, each voter could vote up to two. The election of Councilors took place a couple of Sundays later, by universal suffrage and later by electors. The number of electors depended on the number of parishioners of each parish: Saint John (17), Saint Athanasius (12), Saint Trinidy (10), Charitomeni (8), Saint George (5), Saint Eleftherios (5), Panagia (5), Holy Cross (5), Saint Demetrius (4), Saint Nicholas (4), Anunciation (2), Saint Panteleimon (2), Eleimonitria (1).

Αιγυπτιακή χάρτινη και χρυσή λίρα, 20 γρόσια και 5 χιλιοστά της χρυσής λίρας. Egyptian paper and gold pound, 20 gurus and 5 thousandths of gold pound.

The responsibilities of the Municipal authorities included education, public health and the administration of justice. They also managed the community property, determined the amount of taxes and appointed ushers, farm guards, night watchmen, street cleaners and all employees.

Justice

The Mayor performed the duties of justice of the peace for civil cases as an arbitrator, and any cases that he did not resolve “in peace” were sent to the Commercial Court, which was elected by the Board of Directors. If the parties did not agree, the case went to the 36-member “General Council”, whose decision was final. The spiritual courts under the hierarchal commissioner and the Metropolis of Rhodes also operated.

Church

Symi belonged to Metropolis of Rhodes, which appointed the spiritual commissioner. In Symi was the Monastery of Panormitis, with considerable property and income, which was managed by the Abbot with the Ephorate (most members were elected by popular vote) and allocated to schools and other public purposes. The most important income of the Monastery came from the “dive of Panormitis”. Beside Panormitis was the Monastery of “Michaelis of Rakouniotis”, 300 chapels and 13 parish churches within the city.

Αγγλική χρυσή λίρα, αργυρό σελίνι και τρείς πένες. English golden pounds, silver shilling and three pence.

Education

Due to the prosperity that came from sponge fishing, shipping and trade, the intellectual level of Symi was high, almost all school buildings came from donations from wealthy Symians. In 1765, the famous school of Saint Marina was founded. Illiteracy was also limited among women, because girls’ schools operated. Students from neighboring islands also studied in Symi.

The Symians who wanted to continue went to Smyrna and for university studies to Athens and Europe. In 1808, George Maravelis and in 1820, Konstantine Kladakis received a medical degree from the University of Pisa. Anthony Economou was a professor of Archaeology at the University of Athens.

Culture

The cultural evolution of Symi was influenced by its economic development and its geographical location near the Asia Minor and at the crossroads of maritime communications between the cultural centers of the Eastern Mediterranean and the Black Sea, and by the communication of the Symians with Western Europe for commercial purposes and higher studies.

Λογαριασμός Συμιακού ναύτη σε αγγλικές λύρες και δραχμές. Account of a Symian sailor in English pounds and drachmas.

“Aegle” reading center was founded in 1872 with 101 members in the first year and a library of 425 volumes. Later, thousands of books, newspapers, magazines, manuscripts and archaeological finds and a collection of Greek, Roman, Byzantine and other coins were added. Anthropology, history, ecclesiastics and other subjects were also taught, and the “Sophocles” theater troupe was founded. In 1905, “Nereus” was founded in the “Horio” with similar goals to “Aegle”.

The economic prosperity was also expressed in the housing aesthetics. Almost all families owned their own homes. The wealthy Symians had well-built, comfortable houses in “Roloi” (clock), around “Gialos” and in “Kali”. Social advancement was possible by switching from one professional activity to another and there was no distinction between locals and “foreigners”. In Symi, male dominance prevailed, because the Symians were engaged in sponge fishing, shipping and trade, the economic power was in the hands of men.

The influence of the cultural centers with which the Symians were in contact was great. The place of the lyre and the tsambouna was taken by the santouri and the violin. Traditional dances and songs were influenced by Asia Minor Hellenism. The costumes of men and women were adapted to the tastes of the time. Even the traditional costumes became more flamboyant with fabrics, decorations and jewelry that came from Smyrna, Constantinople and Venice.

Στις γιορτές ντύνανε και τα μικρά παιδιά με γιορτινές ενδυμασίες. During the holidays, even young children were dressed in festive costumes.

Taxation

To the Turkish Government, in addition to “maktu”, the military subsidy, and the tobacco monopoly, the Symians paid the “Tenth”, 32 Ottoman liras for each motorized sponge boat and 10 for sponge boats of other types for a sponge fishing license on the Turkish coast. The Municipality taxed the exported sponges, 2% of their value was paid by buyer and seller. For the provision of educational, medical and pharmaceutical care, the Municipality imposed a tax of 1-2% on imports. Shipbuilding timber and agricultural products from Asia Minor were exempted. A tax of 0.5% of their value was collected from the sales of ships and 0.2% for other purchases and sales.

Medical care

Since 1863, the Municipality has undertaken free medical care for all residents of the island. Every year, the Municipality hired two doctors with at least five years of experience, who worked exclusively for the Municipality and were on duty 24 hours a day. One doctor had to have clinical, surgical and obstetric experience and the second in ophthalmology. The Municipal Pharmacy was stocked with medicines that were prepared on site by the Municipal Pharmacist and his assistant, from animal, plant and mineral pharmaceutical substances brought from Smyrna.

The annual salary of the doctor was 200 gold liras and the pharmacist 75, and 20 for his assistant. The costs for the purchase of pharmaceutical substances amounted to 500 gold liras. In total, the annual costs of medical care amounted to 1,000 gold liras. The costs were covered by the import tax and the “Katavoli” paid by the wealthy. Medical care was offered free of charge to everyone, the “foreigners” paid the “Katavoli” and the medicines.

Για φωτισμό οι έμποροι εισήγαν και πουλούσαν λάμπες πετρελαίου. For lighting, merchants imported and sold kerosine lamps.

Public Finance

Because the income of the Symians came from sponge fishing, shipping, trade and handicrafts, the per capita income was higher than on other islands. Symi, in addition to sponge fishing (primary sector), had handicrafts (secondary sector), shipping and trade (tertiary sector), because of which money was recycled and income increased. In Symi there was a big difference in the distribution of income between the financiers, ship owners, sponge traders and merchants compared to the other economic classes.

Transactions

In Symi, transactions were made based on the Turkish gold lira, which was subdivided into 5 mezitia, each meziti into 20 groschen, and each groschen into 40 parades. Due to the sponge trade in Symi, other currencies were also in circulation, the parity of which was determined based on their gold or silver content and in relation to the British lira. The “Equity List” of 1879 mentions 34 currencies from England, France, Austria, Russia, India and other countries.

Δέκα Τουρκικά νησάκια γύρω από την Χερσόνησο Αλεπώ (Bozburun Yarimadasi) ανήκαν σε Συμιακούς. Ten Turkish islets around the Aleppo Peninsula (Bozburun Yarimadasi) belonged to Symians.
Το μοναστήρι του Πανορμίτη, ο πολιούχος της Σύμης και προστάτης των σφουγγαράδων. The monastery of Panormitis, the patron saint of Symi and protector of sponge divers.
Η θαυματουργή εικόνα του Πανορμίτη. Panormitis’ miraculous icon.
Το φυσικό λιμάνι Πάνορμος από το οποίο ο Πανορμίτης πήρε το όνομα του. The natural harbor Panormos from which Panormitis got its name.
Σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο οι Συμιακοί αλίευαν σφουγγάρια. Throughout the Eastern Mediterranean, the Symians fished sponges.
Τα σφουγγάρια έπρεπε να απλωθούν για τους αγοραστές. Sponges had to be spread out for the merchants to review.
Ο Βοηθός ντύνει τον μηχανικό. The Assistant “dresses” the diver.
Τα σφουγγάρια χωρίζονται κατά είδος, ποιότητα, μέγεθος και σχήμα. The Sponges are divided by type, quality, size and shape.
Από το λιμάνι της Σμύρνης οι Συμιακοί εισήγαγαν τα περισσότερα προϊόντα τους. From the port of Smyrna, the Symians imported most of their supplies.
Οι λαθρέμποροι καπνού χρησιμοποιούσαν απόμερους όρμους στα Μικρασιατικά παράλια. Tobacco smugglers used secluded bays on the Asia Minor coast.
Μέχρι την Παλαιστίνη έφταναν οι εμπορικές σχέσεις των Συμιακών εμπόρων. The Symian merchants trade relations reached Palestine.
Αμερικανικό χρυσό 5δόλλαρο και 20δόλλαρο. American $5 and $20 gold.
Γιαγιά και εγγονές με τις σκολιάτικες ενδυμασίες της εποχής. Grandmother and granddaughters in the traditional costumes of the era.
-Advertisement / Διαφήμιση-


LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.